ΑΓΙΟΣ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ: Η ΒΙΤΡΙΝΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Το πρωινό του Σαββάτου ξύπνησα και η διάθεσή μου ήταν τόσο ανεβασμένη, που το «καλημέρα» μου έμοιαζε με κατάρα σε τρεις γενιές. Δεν υπήρχε ίχνος ανησυχίας στο μυαλό μου, μόνο η ωμή πραγματικότητα: χαρτιά για τη δουλειά, εκκρεμείς παρουσιάσεις και η απόλυτη οργάνωση του χάους. Μέχρι που κοίταξα έξω από το παράθυρο.

Χιόνι.

Ξέρετε, αυτό το λευκό πράγμα που στις ταινίες δείχνει ρομαντικό, αλλά στην πραγματικότητα είναι απλά παγωμένο νερό που συνωμοτεί για να σου σπάσει τον γοφό. Επειδή το μίσος μου για το χιόνι είναι αντιστρόφως ανάλογο με την υπομονή μου, επιστράτευσα την «πανοπλία»: ένα μπουφάν-υπνόσακο που έφτανε μέχρι τα νύχια και τα ειδικά παπούσσια «αντι-γκρεμοτσακίσματος».

Βγήκα έξω. Η αισθητική; Λασπωμένη δυστοπία. Περπατούσα σε δρόμους γεμάτους χαλίκι, λάσπη και λιωμένο πάγο, νιώθοντας μια βαθιά, ειλικρινή απελπισία. Όχι για την κλιματική αλλαγή, αλλά για το βρωμερό αποτύπωμα που θα άφηναν όλα αυτά στα πατώματα τις επόμενες μέρες. Η μύτη μου είχε ήδη αποκτήσει τη θερμοκρασία κατεψυγμένου μπακαλιάρου και η μόνη σκέψη στο κεφάλι μου ήταν μια λέξη: γιατί; Γιατί να το ζω εγώ αυτό τώρα;

Έφτασα στο καταφύγιό μου, το αγαπημένο μου καφέ, πριν πάω στη δουλειά. Μπαίνοντας μέσα, έπαθα το σοκ.

Κόκκινο. Παντού.

Ο barista, κατάφερε να με αναγνωρίσει μέσα από το βουνό του μπουφάν και του κασκόλ. Μου έφτιαξε τον καφέ με ένα χαμόγελο τόσο πλατύ που άρχισα να ανησυχώ. Άνθρωποι ντυμένοι στα κόκκινα, καρδιές κρεμασμένες στο μπαρ, σοκολατάκια με σχήμα όργανού κυκλοφορικού και τριαντάφυλλα να πνίγουν τον χώρο. Για μια τρομακτική στιγμή, ο εγκέφαλός μου έκανε skip. Ένιωσα τον κρύο ιδρώτα της πρόωρης άνοιας. «Χριστούγεννα;» σκέφτηκα. «Ξέχασα δυο μήνες από τη ζωή μου;». Δυστυχώς, ήταν απλά 14 Φεβρουαρίου. Χαμογέλασα στον barista συνωμοτικά ,έτσι για να μπω στο κλίμα της εορτής, πλήρωσα και έφυγα.

Στην πόρτα, η ενέδρα: μια κοπέλα μου προσφέρει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. «Happy Valentine’s Day!», μου λέει. Το πήρα από σάστισμα. Μεγάλο λάθος, επειδή ξαφνικά, η εργονομία μου κατέρρευσε. Είχα δύο χέρια. Το ένα κρατούσε τον καφέ. Το άλλο, που έπρεπε να είναι στην τσέπη μου, κρατούσε τώρα ένα φυτό που ξεψυχούσε στο κρύο. Σε όλη τη διαδρομή ο κόσμος με κοίταζε και χαμογελούσε με εκείνο το ηλίθιο βλέμμα: «Δες την, της το έδωσε ο καλός της».

Όχι, αγαπητοί μου. Πάω στη δουλειά μου. Και το τριαντάφυλλο αυτό είναι απλά ένα εμπόδιο ανάμεσα στο χέρι μου και τη θερμότητα.

Στο δρόμο είδα ζευγάρια αγκαζέ, με κοπέλες να ισορροπούν πάνω σε τακούνια μέσα στο χιόνι και τη λάσπη. Τις λυπήθηκα ειλικρινά για την ταλαιπωρία που θα περνούσαν. Ένιωθα μια ειλικρινή θλίψη για τους τένοντες και τους αστραγάλους τους. Όλο αυτό το μαρτύριο, όλη αυτή η ταλαιπωρία, για να αποδείξουν τι; Ότι ο έρωτας νικάει τους νόμους της τριβής και του πάγου; Δεν τους νικάει. Ο φυσικοθεραπευτής θα τους νικήσει την επόμενη εβδομάδα.

Έφτασα στο γραφείο πρώτη, λασπώνοντας τα πάντα. Ήξερα ότι σε λίγο, όταν θα έφταναν οι υπόλοιποι, ο χώρος θα θύμιζε στάβλο μετά από επιδρομή αγριογούρουνων. Σε λίγη ώρα, το γραφείο άρχισε να γεμίζει. Οι συνεργάτες μου έφταναν ο ένας μετά τον άλλο, σε μια κατάσταση ύποπτης εγρήγορσης. Ήταν όλοι τους… ξεκούραστοι. Ύποπτα ξεκούραστοι. Και κάπου εκεί, ξεκίνησε η ομαδική «εμετο-πληροφορία». Άρχισαν τα small talks που σύντομα μετατράπηκαν σε λεπτομερή πλάνα στρατηγικής για το βράδυ. Άκουγα συγκρίσεις για ρεστοράν που είχαν κλείσει μήνες πριν, για πακέτα σπα που υπόσχονταν αναγέννηση κυττάρων και για «μικροεκπλήξεις» που μόνο μικρές δεν ήταν.

Ξαφνικά, το γραφείο γέμισε οθόνες κινητών. Όλοι έδειχναν φωτογραφίες από τα πιάτα που θα έτρωγαν (γιατί προφανώς το μενού το είχαν κάνει screenshot από το site), την τοποθεσία, το décor, ακόμα και τις κορδέλες από τα δώρα. Πέρασαν 40 λεπτά. Το μαρτύριο δεν είχε τελειωμό. Ένιωθα να πνίγομαι. Δεν ήθελα να ξέρω αν το μενού είχε τρούφα ή αν το δωράκι της Μαρίας ήταν χειροποίητο κόσμημα από το Etsy. Ένιωθα τον θόρυβο στα αυτιά μου να ανεβαίνει, μια οχλαγωγία από «ρομαντικά» κλισέ που χτυπούσαν το κρανίο μου σαν σφυριά. Νευρίασα. Με εκείνο το νεύρο που σε κάνει να θέλεις να εξαφανιστείς από τον χάρτη.

Πήρα το κινητό μου, σηκώθηκα και κλείστηκα στην τουαλέτα. Και εκεί, μέσα στην αποστείρωση του λευκού πλακιδίου, ένιωσα την ανάγκη να βρω τον ένοχο. Ποιος είναι αυτός ο τύπος που εφηύρε αυτή τη γιορτή; Ποιος είναι ο υπεύθυνος που μου σπάει τα νεύρα σήμερα και με αναγκάζει να ακούω για το carpaccio μοσχαριού του κάθε ερωτοχτυπημένου; Έβγαλα το κινητό και γκούγκλαρα με μανία: «ποιος κερατάς είναι ο Άγιος Βαλεντίνος και γιατί μας ταλαιπωρεί;». Χρειαζόμουν ονόματα και διευθύνσεις. Αν επρόκειτο να υποφέρω από αυτόν τον θόρυβο, τουλάχιστον ήθελα να ξέρω ποιον να βρίζω στις επόμενες παρουσιάσεις μου.

Διαβάζω λοιπόν: Ο Άγιος Βαλεντίνος ήταν ένας ιερέας που πάντρευε κρυφά στρατιώτες, επειδή ο τότε αυτοκράτορας πίστευε ότι οι ανύπαντροι είναι καλύτεροι πολεμιστές. Τελικά τον έπιασαν και τον εκτέλεσαν. Δηλαδή, για να καταλάβω: γιορτάζουμε έναν άνθρωπο που αποκεφαλίστηκε, τρώγοντας σοκολατάκια σε σχήμα καρδιάς; Η γνωστική ασυμφωνία σε όλο της το μεγαλείο. Από τον αποκεφαλισμό φτάσαμε στο “σπα για δύο” και στα αρκουδάκια που κρατάνε καρδιές. Γιατί;

Αλλά το καλύτερο το άφησα για το τέλος. Οι ρίζες της γιορτής βρίσκονται στα “Λουπερκάλια”. Μια αρχαία ρωμαϊκή γιορτή όπου οι άντρες έτρεχαν ημίγυμνοι στους δρόμους και χτυπούσαν τις γυναίκες με λωρίδες από δέρμα κατσίκας για… γονιμότητα. Κάθισα πάνω στο καπάκι της τουαλέτας και γέλασα μόνη μου. «Μάλιστα», σκέφτηκα. «Από το δέρμα κατσίκας φτάσαμε στο τριαντάφυλλο που κρατάω σαν την ηλίθια και από τον αποκεφαλισμό στο “δείπνο με θέα”».

Βγήκα από την τουαλέτα με έναν νέο αέρα. Πέρασα μπροστά από τους συνεργάτες μου που ακόμα έδειχναν φωτογραφίες με ταρτάρ σολομού. Τους κοίταξα με οίκτο. Εκείνοι νόμιζαν ότι ζούσαν το όνειρο, ενώ εγώ σκεφτόμουν ότι απλά συμμετείχαν σε μια παραλλαγή μιας αρχαίας παγανιστικής τελετής, χωρίς καν το δέρμα κατσίκας για να έχει λίγο ενδιαφέρον. Πήγα στο γραφείο μου, πέταξα το τριαντάφυλλο μέσα σε ένα μισοάδειο ποτήρι με νερό, έτσι, για να το βλέπω να υποφέρει όπως εγώ και άνοιξα το laptop.

Ανυπομονώ για τη Δευτέρα. Τότε που οι καρδούλες θα ξεφουσκώσουν και θα επιστρέψουμε στους κλασικούς, παραδοσιακούς τσακωμούς: για το ότι το φαγητό είναι πάλι ανάλατο, για το ποιος ξόδεψε τα λεφτά σε βλακείες και για το ποιανού το κινητό χτύπησε στις τρεις το πρωί. Εκεί που η ζήλια ξεχειλίζει πάνω από τα άπλυτα ρούχα και ο εγωισμός δεν αφήνει κανέναν να πει μια κουβέντα της προκοπής. Ο Βαλεντίνος είναι απλά ένα διάλειμμα πριν ξαναρχίσουν να βγάζουν ο ένας τα μάτια του άλλου για το τίποτα.

Γύρισα στο σπίτι σκεφτόμενη όλη αυτή την παράνοια. Βγήκα στο μπαλκόνι, άναψα ένα τσιγάρο και κοιτούσα το χιόνι να πέφτει ήσυχα πια, καλύπτοντας τη λάσπη του δρόμου. Αναρωτήθηκα πόσος κόσμος εκεί έξω θα γιορτάζει απόψε ένα ψέμα. Πόσα ζευγάρια θα ανταλλάσσουν δώρα για να καλύψουν τις σιωπές τους και πόσες υποσχέσεις θα ειπωθούν που θα λήξουν πριν το αυριανό πρωινό. Για μια φωτογραφία, για ένα «φαίνεσθαι».

Ζζζζζζζτ.

Μήνυμα στο κινητό.

«Μου λείπεις…»

«Και εμένα», απάντησα.

(Αφιερωμένο στον φίλο μου, Ιάκωβο)


Discover more from Cognitive Compass

Subscribe to get the latest posts sent to your email.


Posted

in

by

Tags:

Comments

You don’t have to agree, express yourself freely!