Η γιορτή των θηλαστικών: Ένα χρονικό επιβίωσης

Η αισθητηριακή υπερφόρτωση

Στέκομαι δίπλα στον μπουφέ. Ο ήχος από τα πιρούνια που χτυπούν στα πιάτα δεν είναι απλά θόρυβος· είναι μια μεταλλική καταιγίδα που αντηχεί μέσα στο κρανίο μου. Παρατηρώ μια σταγόνα κόκκινο κρασί που έχει λερώσει το λευκό τραπεζομάντιλο. Για τους άλλους είναι ένας λεκές, για μένα είναι ένας ανάγλυφος χάρτης, μια ήπειρος από τανίνες που εξαπλώνεται αργά πάνω στις ίνες του βαμβακιού.

Υποχωρώ. Πηγαίνω και κάθομαι στη γωνία του σαλονιού. Το φως του φωτιστικού πάνω από το κεφάλι μου είναι ένα επιθετικό κίτρινο ,εκείνο το φτηνό, τοξικό κίτρινο που δεν φωτίζει, αλλά σε τυφλώνει με το ζόρι. Έχει μια δική του ηλεκτρική συχνότητα, ένα ηλεκτρικό παράπονο, λες και η λάμπα προσπαθεί να μου διηγηθεί τα ψυχολογικά της προβλήματα.

Μου τραβάει την προσοχή η δομή του καναπέ. Το ύφασμα είναι τραχύ, μια αποτυχία της κλωστοϋφαντουργίας που νιώθω να γδέρνει το δέρμα μου ακόμα και μέσα από τα ρούχα. Ο χώρος μυρίζει ένα μείγμα από αλκοόλ, ιδρώτα και φτηνά αρωματικά κεριά βανίλιας, μια οσφρητική επίθεση που μπερδεύεται με τη μουσική. Η μουσική… ένα ρυθμικό “ντάπα-ντούπα” χωρίς ψυχή, που δεν το ακούς με τα αυτιά, αλλά το νιώθεις στο στομάχι σου σαν μια σειρά από μικρές, άρρυθμες γροθιές.

Κάθομαι εκεί, σε ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους που κινούνται με την ταχύτητα της ημιμάθειας. Παρατηρώ τη σκόνη που χορεύει στην ακτίνα του κίτρινου φωτός και αναρωτιέμαι πώς οι υπόλοιποι μπορούν και αναπνέουν τόσο άνετα μέσα σε αυτό το χάος.

Κοιτάζω το πλήθος. Δεν βλέπω “κόσμο που διασκεδάζει”, βλέπω μια σειρά από ασυντόνιστες λεπτομέρειες. Βλέπω τα βλέμματα που “γλιστρούν” το ένα πάνω στο άλλο, αποφεύγοντας την ουσία, σαν να φοβούνται μην ακουμπήσει ο ένας την πραγματικότητα του άλλου. Είναι ένας χορός από πρόσωπα που μοιάζουν να παίζουν συνέχεια σε διαφημίσεις για οδοντόκρεμες.

Παρατηρώ τις ρωγμές στην αυτοπεποίθησή τους. Πώς διορθώνουν νευρικά τα μαλλιά τους ή πώς το γέλιο τους σταματάει απότομα το δευτερόλεπτο που πιστεύουν ότι δεν τους κοιτάζει κανείς. Είναι μια παράσταση που όλοι έχουν συμφωνήσει να παίξουν, εκτός από μένα, που δεν έλαβα ποτέ το σενάριο και απλώς παρατηρώ τα κατασκευαστικά λάθη των ρόλων τους.

Αισθάνομαι την πίεση του αέρα να αλλάζει καθώς ο χώρος γεμίζει. Ο θόρυβος των συνομιλιών γίνεται ένα συμπαγές τείχος, μια μάζα από συχνότητες που δεν βγάζουν νόημα. Και κάπου εκεί, η “ασφάλειά” μου στη γωνία παραβιάζεται.

Μέσα από την ομίχλη της βανίλιας και του θορύβου, εμφανίζονται οι “τέσσερις ιππότες της νευροτυπικής αποκάλυψης”. Έρχονται σαν σμήνος, μια συμπαγής μάζα από «καλή διάθεση» και κοινωνική υποχρέωση. Ο Hans, η Paola, ο Klaus και ο Jürgen προσγειώνονται πάνω και γύρω από τον καναπέ μου με την ίδια χάρη που θα είχε μια ντουλάπα που πέφτει από τις σκάλες.

«Αχ, εδώ είσαι! Σε ψάχναμε!» τσιρίζει η Paola, και η φωνή της κάνει μια οξεία γωνία που συγκρούεται με το βουητό του φωτιστικού. «Χαίρομαι τόσο πολύ που ήρθες!», συνεχίζει με έναν ενθουσιασμό που στα αυτιά μου ακούγεται σαν να σέρνεις μεταλλική καρέκλα σε πλακάκια. Κάθονται γύρω μου γεμάτοι έκπληξη, λες και βρήκαν ένα εξωτικό έκθεμα που δραπέτευσε από κάποιο μουσείο ασυνήθιστων πραγμάτων.

Ο Hans θρονιάζεται δίπλα μου, κάνοντας το ύφασμα του καναπέ να αναστενάξει. «Μπράβο ρε θηρίο, αποφάσισες επιτέλους να βγεις από το καβούκι σου!» πετάει, και ο αέρας γύρω μου γεμίζει με τη βαριά μυρωδιά της κολόνιας του, ένα άρωμα που μυρίζει «απελπισμένη αυτοπεποίθηση» και εσπεριδοειδή που έχουν λήξει. Φοράει ένα πουκάμισο τόσο στενό, που το τρίτο κουμπί παλεύει για τη ζωή του· το κοιτάζω με δέος, περιμένοντας τη στιγμή που θα εκτοξευτεί σαν σφαίρα.

Η Paola σταυρώνει τα πόδια της στην πολυθρόνα απέναντί μου. Το τακούνι της έχει μια μικρή φθορά στο πλάι που την κάνει να γέρνει δύο μοίρες προς τα δεξιά. Φοράει τόσα βραχιόλια που κάθε φορά που κουνάει το χέρι της, ακούγεται σαν να πέφτουν καρφιά μέσα σε μεταλλικό κουβά. Ο Klaus στέκεται όρθιος σε στάση «power posing», ενώ η τρίχα από τη γάτα στο πέτο του έχει μετακινηθεί τρία εκατοστά προς τα πάνω, σαν παράσημο. Ο Jürgen, ο παντογνώστης, κάθεται στην άκρη του μπράτσου του καναπέ, κρατώντας το ποτήρι με το μικρό δάχτυλο ανασηκωμένο και τεντωμένο, σαν μια μικροσκοπική κεραία που είναι έτοιμη να τρυπήσει την κοινή λογική.

Με κοιτάζουν και οι τέσσερις με εκείνο το βλέμμα της «συμπερίληψης» που σε κάνει να θέλεις να γίνεις ατμός. Ο Hans παίρνει μια βαθιά ανάσα, το κουμπί του πουκάμισου τεντώνεται επικίνδυνα, με σκουντάει ελαφρά στον ώμο,μια κίνηση που την νιώθω σαν ηλεκτροπληξία και επιμένει: «Σοβαρά τώρα, πώς νιώθεις που βγήκες επιτέλους από το καβούκι σου; Δεν είναι καλύτερα εδώ έξω με τον κόσμο;».

Τον κοιτάζω. Ο Hans περιμένει μια απάντηση τύπου «ναι, είχατε δίκιο», αλλά εγώ έχω ήδη κολλήσει στην ασυμμετρία του προσώπου του. Παρατηρώ ότι η κόρη του δεξιού του ματιού είναι ελάχιστα πιο μικρή από την άλλη. Αναρωτιέμαι αν φταίει η γωνία του φωτιστικού ή αν ο εγκέφαλός του προσπαθεί να κάνει οικονομία στην όραση.

Η ανατροπή του στερεότυπου του «θύματος»

«Hans, το καβούκι μου δεν είναι τιμωρία, είναι ο προσωπικός μου χώρος υψηλής αισθητικής», του απαντάω με ένα χαλαρό χαμόγελο. «Εκεί μέσα η μουσική έχει νόημα και οι κολόνιες δεν έχουν τη δύναμη να σε λιποθυμήσουν. Εδώ έξω, απλώς νιώθω σαν αστροναύτης που ξέχασε το κράνος του και προσπαθεί να συνηθίσει την έλλειψη οξυγόνου. Εσένα δεν σου φαίνεται λίγο… θορυβώδης αυτή η ελευθερία;».

Ο Hans μένει με το στόμα μισάνοιχτο. Προσπαθεί να καταλάβει αν τον είπα “θόρυβο” ή αν απλώς του έδωσα μια πληροφορία για το διάστημα. Πριν προλάβει να ανασυνταχθεί, η Paola παίρνει το λόγο. Κάνει τα βραχιόλια της να κουδουνίσουν και γέρνει προς το μέρος μου. «Άσε τον Hans, χρυσή μου. Το θέμα είναι να βρεις τη χημεία σου. Ο έρωτας θα σε κάνει να δεις τον κόσμο αλλιώς. Η αγάπη είναι το παν!».

Την κοιτάζω και προσπαθώ να φανταστώ την «αγάπη» της. «Paola», της λέω, «η αγάπη για μένα δεν είναι ένα φίλτρο που ομορφαίνει τα πάντα γύρω σου, ούτε μια κουβέρτα που σε σκεπάζει για να μη βλέπεις τι γίνεται. Αν ο έρωτας της ζωής μου αναπνέει βαριά στο αυτί μου ή αν η φωνή του έχει συχνότητα που μου προκαλεί ημικρανία, τότε είναι ηχητική επίθεση, όχι αγάπη. Η δικιά μου χημεία θέλει 26 βαθμούς κελσίου και απόλυτη σιωπή. Η αγάπη για μένα είναι κάποιος που ξέρει πότε να μην υπάρχει, κάποιος που μπορεί να σωπάσει δίπλα μου χωρίς να νιώθει την ανάγκη να γεμίσει το κενό με λόγια. Για να σε αγαπήσω, πρέπει πρώτα να μπορώ να σε αντέξω στον ίδιο χώρο χωρίς να μου ανακατεύεις τη σειρά που έχω βάλει στον κόσμο μου».

Η Paola παγώνει. Ο Klaus, ο σύμβουλος καριέρας, ισιώνει το σακάκι του. «Πρέπει να δικτυώνεσαι», λέει με ύφος power posing. «Δίνεις για να πάρεις. Είναι απλά μαθηματικά!».

«Klaus, τα μαθηματικά σου έχουν λάθος», του απαντάω σταθερά. «Ενώ μου εξηγείς πώς να κατακτήσω τον κόσμο, εγώ αναρωτιέμαι πώς η τρίχα στο πέτο σου επιβίωσε από τόσες χειραψίες. Είναι το μόνο αυθεντικό πάνω σου. Οι κανόνες σου είναι οδηγίες χρήσης για ένα παιχνίδι που δεν με ενδιαφέρει να κερδίσω. Είναι σαν να προσπαθείς να πείσεις ένα ψάρι ότι η ευτυχία βρίσκεται στο να έχει πέντε διαφορετικά ζευγάρια παπούτσια για τρέξιμο στη στεριά».

Ο Klaus κοιτάζει το πέτο του νευρικά. Τότε, ο Jürgen ανασηκώνει το μικρό του δάχτυλο σαν κεραία. «Ξέρεις, αν εστίαζες λιγότερο στις λεπτομέρειες και περισσότερο στη μεγάλη εικόνα… σου το λέω φιλικά».

Τον κοιτάζω με ειλικρινή περιέργεια. «Jürgen», του λέω, «γιατί νιώθεις την ανάγκη να μου πετάξεις τη γνώμη σου; Είναι σαν να βρήκες ένα σκουπίδι στην τσέπη σου και αποφάσισες ότι το δικό μου χέρι είναι ο κατάλληλος κάδος ανακύκλωσης. Δεν σου τη ζήτησα, αλλά σε ευχαριστώ για τη χειρονομία. Έχεις παρατηρήσει ότι όσο περισσότερες συμβουλές δίνεις, τόσο πιο πολύ ιδρώνει το πάνω χείλος σου; Ίσως πρέπει να κρατήσεις αυτές τις γνώσεις για το επόμενο σεμινάριο αυτοβελτίωσης που θα πας, φαίνεται να το έχεις ανάγκη περισσότερο από μένα».

Ο Jürgen μένει με το ποτήρι μετέωρο. Σηκώνομαι αργά. Η τραχύτητα του καναπέ με αποδεσμεύει και νιώθω μια ξαφνική ελαφρότητα. «Σας αφήνω να απολαύσετε τη στεριά σας», τους λέω με ένα χαλαρό νεύμα. «Jürgen, πρόσεχε το δάχτυλο, θα πάθεις κράμπα από την τόση εγκυρότητα».

Γυρίζω την πλάτη μου. Περπατάω ανάμεσα στα προσωπεία, προσπερνάω το λεκέ-χάρτη στο τραπεζομάντιλο και βγαίνω στο μπαλκόνι. Ο αέρας είναι κρύος, καθαρός και επιτέλους δεν έχει γνώμη για μένα.

Έντεκα λεπτά ζωής εναντίον ενός «σωτήρα»

Ανάβω ένα τσιγάρο. Απολαμβάνω την ησυχία και τον κρύο αέρα στο πρόσωπό μου. Δεν περνάνε τριάντα δευτερόλεπτα και η πόρτα του μπαλκονιού σέρνεται. Ο Jürgen βγαίνει έξω με το ύφος του ανήσυχου πολίτη του κόσμου.

«Ξέρεις», ξεκινάει με μια φωνή που μοιάζει με τριμμένο φελιζόλ, «διάβασα μια έρευνα που λέει ότι κάθε τσιγάρο σου κόβει έντεκα λεπτά ζωής. Είναι κρίμα…»

Τον διακόπτω πριν ολοκληρώσει τη λέξη υγεία. Στρέφω το κεφάλι μου αργά, βγάζοντας τον καπνό ακριβώς προς την κατεύθυνσή του. «Jürgen», του λέω, και η φωνή μου είναι πιο παγωμένη από το μάρμαρο του μπαλκονιού, «ξέρεις τι άλλο κόβει λεπτά ζωής; Η ηχορύπανση των ανούσιων συμβουλών. Υπολόγισα ότι η τελευταία ώρα που πέρασα μαζί σας μου κόστισε περίπου τρία χρόνια νευρώνων, οπότε το τσιγάρο είναι η μικρότερη από τις απώλειές μου αυτή τη στιγμή. Η δική σου έπαρση βλάπτει οποιονδήποτε βρίσκεται σε ακτίνα πέντε μέτρων από το στόμα σου. Αν θέλεις όντως να κάνεις κάτι καλό για την υγεία μου, δοκίμασε τη σιωπή. Είναι η μόνη απόλαυση που μου λείπει».

Ο Jürgen ανοιγοκλείνει το στόμα του, αλλά δεν βγαίνει ήχος. «Πήγαινε μέσα τώρα», του λέω χαμηλόφωνα. «Σε λίγο ξεκινάει η ομιλία για τη νευροβιολογία και φοβάμαι ότι αν μείνεις κι άλλο εδώ έξω, ο εγκέφαλός μου θα κάνει αυθόρμητη επανεκκίνηση για να σε διαγράψει οριστικά».

Φεύγει χωρίς να πει λέξη. Μένω μόνη μου. Η ησυχία επιστρέφει. Σε δύο λεπτά τα φώτα θα σβήσουν και ο Δρ V. θα πάρει το λόγο. Επιτέλους, μια συχνότητα που αξίζει να ακούσω.

Μπαίνω μέσα την ώρα που ο Δρ V. ανεβαίνει στο βήμα. Το λάπτοπ του φωτίζει το πρόσωπό του, δίνοντάς του μια απόκοσμη, σχεδόν ιερή όψη. Ο Hans, η Paola, ο Klaus και ο Jürgen είναι πλέον απλές σκιές στις πίσω σειρές, θολά εικονοστοιχεία σε μια εικόνα που επιτέλους εστιάζει εκεί που πρέπει.

Κάθομαι στη θέση μου και νιώθω την ένταση να υποχωρεί. Ο καθηγητής συνεχίζει να μιλάει. Κι εγώ, για πρώτη φορά απόψε, νιώθω ότι δεν χρειάζεται να μεταφράσω τίποτα.

Καλώς ήρθατε στον αυτισμό.


Discover more from Cognitive Compass

Subscribe to get the latest posts sent to your email.


Posted

in

by

Tags:

Comments

You don’t have to agree, express yourself freely!